Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

moments







Στιγμές. Αστείες, θλιβερές, όμορφες, ιδιαίτερες, πολύπλοκες, ανισόρροπες, "δυνατές", αδιάφορες...Όλα τά'χει ο μπαξές. Τις μαζεύω, τις αποθηκεύω, τις κατηγοριοποιώ, τις επεξεργάζομαι, τις "σβήνω" ή τις φυλάσσω σαν κόρη οφθαλμού. 

Βγαίνω τις προάλλες στο μπαλκόνι για ένα τσιγαράκι. Στο απέναντι πεζοδρόμιο είναι ένας κυριούλης με το μπουζουκάκι του. Κερνά πενιές αριστοτεχνικά. Οι περισσότεροι τον προσπερνούν - μερικοί σταματούν κι αφήνουν τον οβολό τους. Τους ευχαριστεί μ'ένα νεύμα που στάζει ευγνωμοσύνη. Κι απόγνωση.

Πολλά μεσημέρια, φεύγοντας απ'τη δουλειά, περνάω μπροστά από μια συγκεκριμένη τράπεζα - επίτηδες πολλές φορές. Εκεί συχνάζει μια γιαγιά, που το σκαμμένο της πρόσωπο αναδύει μια γλύκα σπάνια - και πόνο, που φευ! είναι τόσο εκνευριστικά συνηθισμένος στις μέρες μας. Της είχα πιάσει την κουβέντα μια φορά. Η ιστορία της γεμάτη πίκρα και μαυρίλα - καθόλου πρωτότυπο. Είναι αληθινή ή παραφουσκωμένη; Δε με νοιάζει διόλου. Βγάζω απ'την τσέπη μου ό,τι μπορώ και της το δίνω. Με λούζει με ευχολόγια. Δε δίνω σημασία - κοιτάζω μόνο τα μάτια της που βουρκώνουν και σπινθηροβολούν για μια στιγμή που μοιάζει να διαρκεί αιώνες. Αυτή κι αν είναι στιγμή...

Είμαι στη στάση και περιμένω το λεωφορείο. Με προσπερνά ένας νεαρός - γύρω στα είκοσι τον κόβω. Κρατά μια σακούλα και σταματά λίγα μέτρα πιό πέρα. Τον ακολουθούν δύο απ'τα γνωστά αδέσποτα της περιοχής. Ανοίγει την σακούλα και αδειάζει σ'ένα πλαστικό μπωλ φαγάκι. Τα αδεσποτάκια ορμάνε με τις ουρές τους να κόβουν κύκλους χαράς. Ο νεαρός βγάζει άλλο ένα πλαστικό μπωλ απ'τη σάκα του, και το γεμίζει δροσερό νερό απ'την παρακείμενη βρύση. Το αποθέτει δίπλα στο άλλο, περιμένει υπομονετικά να τελειώσουν το φαγοπότι, μαζεύει τα μπωλ, χαϊδεύει τα δύο σκυλιά, που τον γεμίζουν αγκαλιές και φιλιά, και φεύγει μ'ένα χαμόγελο πιό πλατύ κι απ'του Τζόκερ. Το οικειοποιούμαι και δακρύζω σιωπηλά.

Πρωί, στη δουλειά. Πίνω δυο γουλιές καφέ μπας κι ανοίξει το μάτι, έχοντας φορέσει το χαμόγελο της καλής υπαλλήλου. Χτυπά το κουδούνι και μπαίνουν ταυτόχρονα δυο κυρίες. Η πρώτη, απλή, χαμογελαστή, με καλημερίζει σχεδόν τραγουδιστά - κι ας (ξέρω ότι) περνά δύσκολα. Η δεύτερη, καλοβαλμένη, με το μαλλί τίγκα στη λακ και την πέρλα να βγάζει μάτι, φτύνει μια σχεδόν απειλητική καλημέρα και παραγκωνίζοντας την πρώτη κυρία, "απαιτεί" να την εξυπηρετήσω άμεσα. Τουτέστιν, "στ'αρχίδια μου αν είσαι απασχολημένη με κάτι άλλο, είσαι υποχρεωμένη να τσακιστείς και να κάνεις τη δουλειά σου". Την ξέρω - την έχω πετύχει στην υπηρεσία της, όπου με επιδεικτική αδιαφορία μου γάμησε τα πρέκια μέχρι να μου δώσει ένα γαμημένο κωλόχαρτο. Ρίχνω ένα απολογητικό βλέμμα στην πρώτη, η οποία με τη σειρά της μου κλείνει το μάτι σε στυλ "δεν πειράζει...θα περιμένω", φουντώνοντας μέσα μου την επιθυμία να αρπάξω την κυράτσω απ'το μαλλί και να της χώσω μια ξανάστροφη, μπας και ταρακουνηθεί ο σαθρός της εγκέφαλος. Πνίγω την επιθυμία στο χαμόγελο της καλής υπαλλήλου και την εξυπηρετώ, για να φύγει τάχιστα χωρίς αιματοχυσίες. Με το που ξεκουμπίζεται, κοιταζόμαστε με την εναπομείνουσα και μοιραζόμαστε ένα χαμόγελο που τα λέει όλα. Οι λέξεις περιττεύουν.

Α, ναί. Είναι κι αυτές οι στιγμές που η αξία τους είναι ανεκτίμητη. Που φωλιάζουν σε μια ξεχωριστή γωνίτσα και προσδιορίζουν το είναι σου, το παρόν και το μέλλον.

Οι ιστορίες της γιαγιάς. 86 γεμάτα χρόνια, συμπυκωμένα σε λέξεις, χορταστικές αφηγήσεις, με ανάμικτα συναισθήματα, και εικόνες που ανοίγουν μαγικά μπροστά στα μάτια σου.

Οι δημιουργικές στιγμές. Γεμάτες μεράκι, και ανάγκη εξωτερίκευσης, και χρώμα, και γεύσεις, και θέληση για διαρκή εξέλιξη, και λάθη που με υπομονή διορθώνεις. 

Και οι ανάσες. Αυτές οι ανάσες που χρόνια έψαχνα και πάλευα να έχω....και πλέον δίνω μια και γεμίζουν τα πνεμόνια μου. Και την ρουφάω τη ζωή - ξανά και λαίμαργα, γιατί όσο κι αν το θεωρείς κλισέ, είναι μικρή η μπάσταρδη.

Κι αυτό το βλέμμα το ζεστό...που λέει τόσα κι άλλα τόσα κρύβει. Κι ανείπωτα να μείνουν, είναι βαθιά χαραγμένα μέσα στην ίριδα - κι εκεί θα μείνουν θες δε θες.

Σ'αφήνω τώρα. Πάω να χτυπήσω ένα ντεπόνι και να κουκουλωθώ, γιατί ήρθε η Άνοιξη κι επίσημα, ο ήλιος λούζει και την πιό σκοτεινή γωνιά με τις ζεστές του αχτίδες, η φύση μοσχοβολά κι εγώ πνίγομαι στις μύξες μου - μπάσταρδε ανάδρομε. 

Πι-ες : ένας-ένας οι φούρνοι πέφτουν σαν τα κοτόπουλα. Ντάξει, το δικό μου παραμύθι τό'χουμε ζήσει ουκ ολίγες φορές, αλλά αυτή η επιστροφή κερδίζει επάξια παράσημο. Φαβούλα ιζ μπακ πίπολ! Ουρέι!