Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013

live your myth (not)






Η απομυθοποίηση είναι μεγάλη υπόθεση και ο δρόμος προς αυτήν, δύσκολος και μοναχικός. Γεμάτος με πολλά "μην είσαι μαλάκας", "προσγειώσου στην πραγματικότητα", "μην αυταπατάσαι", να αντιμάχονται τα δικά σου "ναι, αλλά..", "..και γιατί όχι;", "αφού το βλέπω..", "αφού το νοιώθω..". Πας με όπισθεν, τραβάς χειρόφρενο, ακινητοποιείσαι στο τίποτα, αλλάζεις ταχύτητα, δίνεις γκάζι και φτάνεις ένα βήμα πριν τη φίνις λάιν. Σταματάς. Την έχεις μπροστά σου αλλά δε θες να κόψεις το νήμα. Και τότε την βλέπεις. Σε πλησιάζει με ενθουσιασμό (τον δικό της), απλώνει το χέρι, σφίγγει το δικό σου και  συστήνεται : "Γειά! Είμαι η Απομυθοποίηση!". Σου κλείνει το μάτι και φεύγει με ενθουσιασμό (τον δικό της), αφήνοντάς σε να μετράς τις στιγμές.

Βαθιά ανάσα. Βάζεις μπρος, δίνεις γκάζι και κόβεις το νήμα με θλίψη (την δική σου).


Κυριακή, 6 Οκτωβρίου 2013

φθθθ




Φθινόπωρο (ναί, αυτή η εποχή που πιστεύαμε πως δε θα ξαναδούμε). Κάποτε το περίμενα πως και τι. Ερωτευμένη βλέπεις με τα χρώματά του, τις μυρωδιές του, την ελαφριά μελαγχολία του που χάιδευε το ρομαντικό κι ονειροπόλο κομμάτι του εαυτού μου. Μέχρι που αφομοιώθηκε απ'τον χειμώνα - και συνήθισα την απουσία του, έδιωξα από μέσα μου τα γκρίζα του υπολείμματα, βρήκα άλλα χρώματα κι άλλες μυρωδιές να αγαπήσω. 
Φθινοπώριασε....ξανά. Διάχυτες οι μυρωδιές του....διάχυτη κι η μελαγχολία του. Μα δεν τη θέλω πια! Όχι τώρα που είναι όλα ρευστά, και δύσκολα, και δύσβατα, και τόσο αγέλαστα κι ανασφαλή. Πουτάνα ανασφάλεια, σε είχα γειώσει και πάλι εδώ γυρνάς. Και φέρνεις μαζί σου όλα τα πρέπει - να, μην - και τα γιατί.

Γιατί φθινοπώριασε...κι η μελαγχόλα είναι μπίττερ μα όχι σουίτ.
Ξέρεις γιατί...

Τετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου 2013

αγάπη ρε

Κάστρο Μύρινας, Λήμνος

Σου συμβαίνει κι εσένα να ξυπνάς το πρωί μ'ένα τραγούδι καρφωμένο στο μυαλό; Μια εικόνα; Μια φράση; Μια αίσθηση; Κάτι ρε παιδί μου....Ε, σήμερα ξύπνησα με την αίσθηση του Λημνιώτικου αέρα να μου μαστιγώνει τα μάγουλα (αναμνήσεις διακοπών ετσετερά-ετσετερά), ενώ στο πίσω μέρος του εγκεφάχαχαχα (sic) βαρούσε το Down under (κλικ) των Men at work κι αντηχούσε η φράση "Ντάξει, εσύ ζείς στον δικό σου κόσμο". Δεν είναι η πρώτη φορά που μου το λένε αυτό. Και δεν είναι η πρώτη φορά που απαντώ "στ'αρχίδια μου". Γιατί βλέπεις...ο δικός μου κόσμος δεν είναι φτιαγμένος από δήθεν - μάπα υλικό, να το αποφεύγεις. Είναι φτιαγμένος από χρώματα. Μαύρος κάποτε πέρα ως πέρα, άρχισε να ξανοίγει και να παίζει μουτζούρη με αποχρώσεις του τυρκουάζ και όχι μόνο. Δελτία ειδήσεων δεν υπάρχουν. Μόνο βόλτες στο πάρκο και στα σοκάκια, εκεί που συναντάς κάθε μέρα παππούδια χυμένα στα παγκάκια, βουβά και βουρκωμένα. Σ'αυτόν τον κόσμο δεν τα προσπερνάς - κάθεσαι δίπλα τους, τους πιάνεις το χέρι, σκας ένα χαμόγελο και μ'ένα νεύμα σου, αδειάζουν τον πόνο που επιμελώς έμαθαν να σφαλίζουν στην ψυχή τους. Γιατί στον κόσμο αυτό, η "καλημέρα" βγαίνει αβίαστα - κι ας είναι γεμάτη σκατά και πίσσα και πούπουλα ελέφαντα (σουρεάλ στη νιοστή) - πες την τη γαμημένη. Ίσως κάποιος την "αρπάξει" και τη σφαλίσει στη χούφτα του, σα φυλαχτό έτοιμο να ξορκίσει την όποια μαυρίλα. Α, ναί...στον κόσμο αυτό δε χωράνε παρτάκηδες. Τρώνε πόρτα στη μούρη και κλωτσά στη βουβωνική. Ξέρεις....απ'αυτές που στον δικό σου κόσμο, κάφροι απύθμενης βλακείας ρίχνουν στα αδέσποτα. Απ'τις ίδιες που, νοητά ή ανόητα, εξαπολύουν στον γείτονα, στην κατσίκα του, στον φράχτη και σ'όποιον ή ότι τολμά να διαταράξει τη μαλακία που τους διακατέχει. Τα κόμπλεξ σας και σ'άλλη παραλία - αφήστε με  στον δικό μου κόσμο, να παλεύω με τους προσωπικούς μου δαίμονες και να δίνω αξία σε αυτά που συντηρούν το χαμόγελο στα χείλη μου. 


Ντάξει, δε θα πω μεγάλα λόγια - αλλά άναψε ξανά η φωτεινή ένδειξη "blogging" και λέω να πάω να πάρω έξτρα λυχνίες. 

Πι-ες : Σ'ευχαριστώ που μ'έκανες να κλάψω...σα ν'αναπνέω καλύτερα τώρα.




Τρίτη, 7 Μαΐου 2013

on the road again


Ήθελα να γράψω για το φετινό Πάσχα. Μετά σκέφτηκα ότι δεν κατάλαβα Πάσχα φέτος - αν εξαιρέσεις τη χιλιοπαιγμένη (αριστούργημα, οκ, παίξτε και τίποτε άλλο όμως) υπερπαραγωγή του Zeffirelli, τον "ρούφα χοληστερίνη" οβελία, τα "ρούφα κι άλλη χοληστερίνη μαλάκα"  ματωβαμμένα αυγά και τα "εγώ τον έχω μεγαλύτερο" βεγγαλικά, το βράδυ της Ανάστασης. Ντάξει, κι ο αριστερός ψάλτης που σ'έκανε να κλαίς χωρίς λόγο. Αλλά η γλυκειά μου φαβούλα, μου συνέστησε αυτό το εξαιρετικό κείμενο, που ήρθε να μου θυμίσει το πόσο πολύτιμη τελικά μπορεί να εξελιχθεί η βιωματική κατάθλιψη, όσο οξύμωρο κι αν σου ακούγεται αυτό.

Αν το καλοσκεφτείς θα διαπιστώσεις ότι πράγματι, η κατάθλιψη μπορεί να σου βγεί σε καλό, αρκεί να βρείς το κουμπί της και να την διαχειριστείς καταλλήλως - μη επιτρέποντάς της να σε "διαχειριστεί" εκείνη. Και δε σου μιλάω μόνο για τα ξεκαθαρίσματα που κάνεις μέσα σου και γύρω σου. Σου μιλάω πρωτίστως για τα όσα αποκομίζεις στα πλαίσια της εν τω βάθει αναγέννησης.

Προσωπικά, το αποκαλώ ωρίμανση. Και στο λέω εγώ που ένα χρόνο πριν, κλεισμένη στην επιμελώς ημιδιάφανη φουσκίτσα μου κι αποκομμένη από την όποια πραγματικότητα, έστρωνα κώλο στην κρεβατάρα μου σκοτώνοντας ζόμπυ στο playstation. Κι ως ωρίμανση, δεν εννοώ απαραίτητα το ότι σηκώθηκα από την κρεβατάρα μου κι έστειλα τα ζόμπυ σε άλλο γαλαξία. Αλλά κυρίως, πως - παρότι γνήσιο κωλόψαρο με τα συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα να τσακίζουν κόκκαλα και το σπαραξικάρδιο κλαψομούνιασμα να καραδοκεί - είμαι πλέον σε θέση να λειτουργώ με βάση τόσο το συναίσθημα, όσο και με τη λογική. Και, πίστεψέ με, δεν είναι εύκολο - ως γνήσιο κωλόψαρο κλπ κλπ - αλλά είναι εφικτό. Ο δρόμος είναι μακρύς, ίσως κακοτράχαλος και με πολλά εμπόδια.Αλλά, όσο περνά ο καιρός, ο διαχωρισμός γίνεται ακόμη πιό εύκολος.

Όλα είναι θέμα επιλογών. Επιλέγω να λειτουργώ με βάση τη λογική, επιλέγω να λειτουργώ με βάση το συναίσθημα, ή απλά, μαθαίνω να τα διαχειρίζομαι κρατώντας τις ισορροπίες που έχω θέσει, ανακτώντας τη χαμένη μου αυτοπεποίθηση και βλέποντας μέρα με τη μέρα την αγάπη για τον εαυτό μου να μεγαλώνει. Να, όπως τώρα. Bloggάρω, κι έχω τόσα να γράψω ακόμη, αλλά ο σκύλος μου μου γλύφει τις πατούσες σα να λέει "έι! είμαι κι εγώ εδώ...". Σόρρυ, αλλά το συναίσθημα υπερτερεί... ;)

 

Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

moments







Στιγμές. Αστείες, θλιβερές, όμορφες, ιδιαίτερες, πολύπλοκες, ανισόρροπες, "δυνατές", αδιάφορες...Όλα τά'χει ο μπαξές. Τις μαζεύω, τις αποθηκεύω, τις κατηγοριοποιώ, τις επεξεργάζομαι, τις "σβήνω" ή τις φυλάσσω σαν κόρη οφθαλμού. 

Βγαίνω τις προάλλες στο μπαλκόνι για ένα τσιγαράκι. Στο απέναντι πεζοδρόμιο είναι ένας κυριούλης με το μπουζουκάκι του. Κερνά πενιές αριστοτεχνικά. Οι περισσότεροι τον προσπερνούν - μερικοί σταματούν κι αφήνουν τον οβολό τους. Τους ευχαριστεί μ'ένα νεύμα που στάζει ευγνωμοσύνη. Κι απόγνωση.

Πολλά μεσημέρια, φεύγοντας απ'τη δουλειά, περνάω μπροστά από μια συγκεκριμένη τράπεζα - επίτηδες πολλές φορές. Εκεί συχνάζει μια γιαγιά, που το σκαμμένο της πρόσωπο αναδύει μια γλύκα σπάνια - και πόνο, που φευ! είναι τόσο εκνευριστικά συνηθισμένος στις μέρες μας. Της είχα πιάσει την κουβέντα μια φορά. Η ιστορία της γεμάτη πίκρα και μαυρίλα - καθόλου πρωτότυπο. Είναι αληθινή ή παραφουσκωμένη; Δε με νοιάζει διόλου. Βγάζω απ'την τσέπη μου ό,τι μπορώ και της το δίνω. Με λούζει με ευχολόγια. Δε δίνω σημασία - κοιτάζω μόνο τα μάτια της που βουρκώνουν και σπινθηροβολούν για μια στιγμή που μοιάζει να διαρκεί αιώνες. Αυτή κι αν είναι στιγμή...

Είμαι στη στάση και περιμένω το λεωφορείο. Με προσπερνά ένας νεαρός - γύρω στα είκοσι τον κόβω. Κρατά μια σακούλα και σταματά λίγα μέτρα πιό πέρα. Τον ακολουθούν δύο απ'τα γνωστά αδέσποτα της περιοχής. Ανοίγει την σακούλα και αδειάζει σ'ένα πλαστικό μπωλ φαγάκι. Τα αδεσποτάκια ορμάνε με τις ουρές τους να κόβουν κύκλους χαράς. Ο νεαρός βγάζει άλλο ένα πλαστικό μπωλ απ'τη σάκα του, και το γεμίζει δροσερό νερό απ'την παρακείμενη βρύση. Το αποθέτει δίπλα στο άλλο, περιμένει υπομονετικά να τελειώσουν το φαγοπότι, μαζεύει τα μπωλ, χαϊδεύει τα δύο σκυλιά, που τον γεμίζουν αγκαλιές και φιλιά, και φεύγει μ'ένα χαμόγελο πιό πλατύ κι απ'του Τζόκερ. Το οικειοποιούμαι και δακρύζω σιωπηλά.

Πρωί, στη δουλειά. Πίνω δυο γουλιές καφέ μπας κι ανοίξει το μάτι, έχοντας φορέσει το χαμόγελο της καλής υπαλλήλου. Χτυπά το κουδούνι και μπαίνουν ταυτόχρονα δυο κυρίες. Η πρώτη, απλή, χαμογελαστή, με καλημερίζει σχεδόν τραγουδιστά - κι ας (ξέρω ότι) περνά δύσκολα. Η δεύτερη, καλοβαλμένη, με το μαλλί τίγκα στη λακ και την πέρλα να βγάζει μάτι, φτύνει μια σχεδόν απειλητική καλημέρα και παραγκωνίζοντας την πρώτη κυρία, "απαιτεί" να την εξυπηρετήσω άμεσα. Τουτέστιν, "στ'αρχίδια μου αν είσαι απασχολημένη με κάτι άλλο, είσαι υποχρεωμένη να τσακιστείς και να κάνεις τη δουλειά σου". Την ξέρω - την έχω πετύχει στην υπηρεσία της, όπου με επιδεικτική αδιαφορία μου γάμησε τα πρέκια μέχρι να μου δώσει ένα γαμημένο κωλόχαρτο. Ρίχνω ένα απολογητικό βλέμμα στην πρώτη, η οποία με τη σειρά της μου κλείνει το μάτι σε στυλ "δεν πειράζει...θα περιμένω", φουντώνοντας μέσα μου την επιθυμία να αρπάξω την κυράτσω απ'το μαλλί και να της χώσω μια ξανάστροφη, μπας και ταρακουνηθεί ο σαθρός της εγκέφαλος. Πνίγω την επιθυμία στο χαμόγελο της καλής υπαλλήλου και την εξυπηρετώ, για να φύγει τάχιστα χωρίς αιματοχυσίες. Με το που ξεκουμπίζεται, κοιταζόμαστε με την εναπομείνουσα και μοιραζόμαστε ένα χαμόγελο που τα λέει όλα. Οι λέξεις περιττεύουν.

Α, ναί. Είναι κι αυτές οι στιγμές που η αξία τους είναι ανεκτίμητη. Που φωλιάζουν σε μια ξεχωριστή γωνίτσα και προσδιορίζουν το είναι σου, το παρόν και το μέλλον.

Οι ιστορίες της γιαγιάς. 86 γεμάτα χρόνια, συμπυκωμένα σε λέξεις, χορταστικές αφηγήσεις, με ανάμικτα συναισθήματα, και εικόνες που ανοίγουν μαγικά μπροστά στα μάτια σου.

Οι δημιουργικές στιγμές. Γεμάτες μεράκι, και ανάγκη εξωτερίκευσης, και χρώμα, και γεύσεις, και θέληση για διαρκή εξέλιξη, και λάθη που με υπομονή διορθώνεις. 

Και οι ανάσες. Αυτές οι ανάσες που χρόνια έψαχνα και πάλευα να έχω....και πλέον δίνω μια και γεμίζουν τα πνεμόνια μου. Και την ρουφάω τη ζωή - ξανά και λαίμαργα, γιατί όσο κι αν το θεωρείς κλισέ, είναι μικρή η μπάσταρδη.

Κι αυτό το βλέμμα το ζεστό...που λέει τόσα κι άλλα τόσα κρύβει. Κι ανείπωτα να μείνουν, είναι βαθιά χαραγμένα μέσα στην ίριδα - κι εκεί θα μείνουν θες δε θες.

Σ'αφήνω τώρα. Πάω να χτυπήσω ένα ντεπόνι και να κουκουλωθώ, γιατί ήρθε η Άνοιξη κι επίσημα, ο ήλιος λούζει και την πιό σκοτεινή γωνιά με τις ζεστές του αχτίδες, η φύση μοσχοβολά κι εγώ πνίγομαι στις μύξες μου - μπάσταρδε ανάδρομε. 

Πι-ες : ένας-ένας οι φούρνοι πέφτουν σαν τα κοτόπουλα. Ντάξει, το δικό μου παραμύθι τό'χουμε ζήσει ουκ ολίγες φορές, αλλά αυτή η επιστροφή κερδίζει επάξια παράσημο. Φαβούλα ιζ μπακ πίπολ! Ουρέι!