Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

breathe






 Άλλοι πνίγουν το κουνέλι (sic). Άλλοι πνίγουν τον πόνο τους στο πιοτό. Εγώ το πνίγω γενικότερα. Το πνίγω και με πνίγει. Ψάχνω ανάσες - κυριολεκτικά και μεταφορικά. Στό'χα αναλύσει και παλιότερα - θα σου το έδειχνα αλλά έκανα μαλακία κι έσβησα το παλιό μπλογκ - τό'πνιξα στη γούρνα του ιντερνέτι. Το κατάλαβες ότι ο "πνιγμός" είναι το θέμα μας ή όχι ακόμα; Να στο κάνω πιό λιανά λοιπόν με μια φράση : διαταραχή πανικού. Θες να μάθεις τί είναι αυτό; Δεν θέλεις, πίστεψέ με. Δεν θες να ξέρεις πώς είναι να φοβάσαι τον φόβο τον ίδιο. Δεν θες να ξέρεις πώς είναι να βουλιάζεις σ'έναν κυκεώνα επαναλαμβανόμενων σκέψεων που μουδιάζουν σώμα και ψυχή. Δεν θες να ξέρεις πώς είναι να χάνεις στιγμές, ανθρώπους, τη ζωή την ίδια, από κάτι που παλεύεις να ελέγξεις αλλά δεν μπορείς. Να θες να πας να δείς την αδερφή σου στο θέατρο και να μην τολμάς να βγείς από το σπίτι. Να θες να πας σινεμά, για καφέ, μια εκδρομή, μια βόλτα με το αίσθημα και να μην μπορείς να σηκώσεις τον κώλο σου απ'το κρεβάτι. Και ξέρεις τί το κάνει πιό δύσκολο; Το να σου λένε κάποιοι πως μπορείς να το παλέψεις μόνη σου. Πως είσαι δυνατή, πως δε χρειάζεσαι θεραπείες και φάρμακα, πως όλα είναι στο μυαλό σου και βάλτο κάτω και άλλαξτου τα φώτα και η ζωή είναι ωραία και τα πουλάκια κελαηδάνε και δε σου έλειψε τίποτα και δε νοείται εσύ να έχεις τέτοιο πρόβλημα γιατί δεν είναι καν πρόβλημα και ο κόσμος έχει αληθινά προβλήματα και σύνελθε και άσε τα χαζά και μη μας ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΕΙΣ- και άντε γαμηθείτε λέω εγώ. Όχι, δεν είμαι δυνατή. Κι αν αυτό σας απογοητεύει, ω, γουέλ...κανείς δεν είναι τέλειος. Και σίγουρα ούτε κι εγώ. Ποτέ δεν ήμουν, ποτέ δε θα είμαι. Μόνο που θέλω να γίνω πάλι όπως ήμουν, πριν μπεί στη ζωή μου αυτό το γαμήδι. Είπες κάτι; Σε νοιάζει τί θα πεί ο κόσμος; Να σου πω εγώ για τον κόσμο. Στο μουνί του σ'έχει γραμμένο. Το μόνο που θέλει από σένα ο "κόσμος" είναι να βλέπει τα χάλια σου, να μυρίζει τα σκατά σου, να σχολιάζει την καμπούρα σου, αγνοώντας επιδεικτικά τη σαπίλα που κουβαλά. Και βάλτο επιτέλους καλά στο μυαλό σου : αν θες να ζήσεις ευτυχισμένος δίχως να γαμάς τον εαυτό σου και τους γύρω σου, πρέπει να αποτινάξεις από πάνω σου την έγνοια του κόσμου.

Και να σου πω και το άλλο. Ξέρεις ποιό είναι το καλό σ'αυτή την υπόθεση; Πως ξεχωρίζουν στη ζωή σου οι άνθρωποι που σ'αγαπάνε πραγματικά. Που σε γουστάρουν γι'αυτό που είσαι, κι ας μην είσαι όπως θά'θελες να είσαι ή όπως αυτοί θά'θελαν να είσαι - αλλά θα έρθει κι αυτή η στιγμή και τότε να δείς γούστα. Που σε νοιάζονται, κι ας μην μπορούν να βοηθήσουν έμπρακτα. Ξέρεις ότι είναι εκεί και πως θα είναι δίπλα σου ανά πάσα στιγμή, καμιά φορά χωρίς να το ζητήσεις. Κι είναι κι οι άλλοι που δεν αντέχουν αυτόν σου τον εαυτό και απομακρύνονται. Και καλά κάνουν στην τελική. Δεν είναι κι εύκολο να έχεις τα σκατά σου και να σου φορτώνουν κι άλλα σκατά και να μην μπορείς να διαχειριστείς ούτε τα μεν ούτε τα δε. Και καμιά φορά κάνεις την καρδιά σου πέτρα και τους απομακρύνεις πριν κάνουν καν την κίνηση. Γιατί τους αγαπάς - ίσως περισσότερο απ'όσο πρέπει. Ή ακόμη, λιγότερο απ'όσο τους αξίζει. Κι έτσι λοιπόν, μένεις μ'αυτούς που αντέχουν ακόμα. Κι η ζωή συνεχίζεται.


Θα μπορούσα να γράφω με τις ώρες. Το κλείνω εδώ - ούτως ή άλλως θα τα λέμε συχνότερα πλέον. Υπαίτιος αυτού του ποστ είναι η Βάσσια. Η γλυκειά μου Βάσσια που μπήκε στη ζωή μου με τις όμορφες δημιουργίες της (κλικ στο δημιουργίες ντε) και εξελίσσεται σταδιακά σε κάτι άλλο, που πλησιάζει τον όρο "αδελφή ψυχή". Και την ευχαριστώ για όλα (ξέρεις εσύ). Κι επειδή υπήρξε και φίρμα μπλογκερού (ξεκινώ να δίνω στεγνά...), προειδοποίησα για στρώσιμο χαλιού. Το χαλί λοιπόν εστρώθη, το γλυκό του κουταλιού έχει ήδη σερβιριστεί κι ο λαός σου απαιτεί το καμπάκ πάραυτα. Σε φιλώ.


Ακούμε ΔΥΝΑΤΑ και νοιώθουμε στίχο-στίχο, το Madness των Muse. 




Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2012

Καπάου


Στο "Νόημα της ζωής" κατά Monty Python, o κος Creosote αφού τρώει τον άμπακο και ξερνά τον Βόσπορο, εκρήγνυται  εντυπωσιακά σκορπώντας τα σωθικά του στους θαμώνες του εστιατορίου - αν ΔΕΝ το έχεις δεί πάτα εδώ, αφού πρώτα αυτομαστιγωθείς 25 φορές και μάθεις απ'έξω στίχο-στίχο αυτό. Στον μικρόκοσμό μου είμαι ένα βήμα πριν την μέντα και το επακόλουθο - τί ποιά μέντα;...αυτοχαστουκίσου 30 φορές γιατί πήδηξες επιδεικτικά το βίντεο.

Εκ των υστέρων η προειδοποίηση : η συνοχή αγνοείται. 


Αυτό που λες. Τρως, τρως, τρως ό,τι μαλακία σου σερβίρουν γιατί δεν έχεις τ'αρχίδια να πείς "φτάνει φίλε, χόρτασα" και φουσκώνεις, φουσκώνεις, φουσκώνεις...και ξες, όλο αυτό κάπου θα χτυπήσει. Κάπου θα βρεί μια τρυπούλα να ξεμυτίσει και να σου γαμήσει την καλημέρα. Κι όλο χώνεσαι στον μικρόκοσμό σου γιατί η πραγματικότητα σε ζαλίζει, σε αποσυντονίζει, σε στέλνει στο διάολο και καλά να έχεις παρέα...όταν είσαι μόνος, εκεί να δείς γαμήσι. Σε πυρακτωμένο καζάνι με μπούκοβο, ταμπάσκο και ρεντ χοτ τσίλι πέππερ (χάου λόνγκ-χάου λονγκ...).


Κι είναι κι αυτοί οι άλλοι...που σηκώνουν το πόδι και σου ρίχνουν ένα κατούρημα και σε μαρκάρουν. Σε ποτίζουν με το οξύ τους και σε δηλώνουν κτήμα τους. Σε ρίχνουν σε μια γωνιά να ζέχνεις αμφιβολία κι απελπισία κι απογοήτευση κι ανασφάλεια του κερατά κι εξαφανίζονται....μέχρι να ξημερώσει η μέρα που, σαν άλλοι Jack Torrance ( The shining - King, Kubrick, Nicholson, ο σωστός σινεφίλ το έχει δεί τουλάχιστον πέντε φορές για να το γουστάρει) σου φτύνουν ένα "Wendy, i'm home!" και σε κυνηγούν με το τσεκούρι για να κόψουν ένα ακόμη κομμάτι απ'το είναι σου, προτού φύγουν ξανά.


Αυτό. Μην την ψάχνεις τη δουλειά παραπέρα - πιό βάθος τερμάτισες. Ψάχνεις στιγμές για να σου βγεί το χαμόγελο και να το αρπάξεις, πριν το καταπιεί η μαυρίλα. Πριν λίγες μέρες στη δουλειά, εκεί που καθόμουν άκουσα μια μελωδία να προσπαθεί να καβαλήσει τους ήχους του τσιμέντου της μουντίλας και του πεζοδρομίου - βγήκα στο μπαλκόνι κι αντίκρυσα δυό παλικαράκια, που μ'ένα φλάουτο (ω,ναί...πόσο όμορφο ηχητικά, μα τον Τουτατή...) κι ένα ακορντεόν σκορπούσαν απλόχερα νότες πολύχρωμες, γεμάτες αγάπη, και ήλιο, και καλοσύνη κι αισιοδοξία. Ναί ρε φίλε. Αισιοδοξία. Πόσο πολύτιμη ήταν τούτη η στιγμή. Και την κρατώ σα φυλαχτό απ'την ώρα εκείνη. Και λίγο-λίγο την αφήνω να σκουπίζει το οξύ από το δέρμα. 


Αυτό. Δυνατά. Μέχρι να γίνουν οι χτύποι στιγμή.