Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2013

live your myth (not)






Η απομυθοποίηση είναι μεγάλη υπόθεση και ο δρόμος προς αυτήν, δύσκολος και μοναχικός. Γεμάτος με πολλά "μην είσαι μαλάκας", "προσγειώσου στην πραγματικότητα", "μην αυταπατάσαι", να αντιμάχονται τα δικά σου "ναι, αλλά..", "..και γιατί όχι;", "αφού το βλέπω..", "αφού το νοιώθω..". Πας με όπισθεν, τραβάς χειρόφρενο, ακινητοποιείσαι στο τίποτα, αλλάζεις ταχύτητα, δίνεις γκάζι και φτάνεις ένα βήμα πριν τη φίνις λάιν. Σταματάς. Την έχεις μπροστά σου αλλά δε θες να κόψεις το νήμα. Και τότε την βλέπεις. Σε πλησιάζει με ενθουσιασμό (τον δικό της), απλώνει το χέρι, σφίγγει το δικό σου και  συστήνεται : "Γειά! Είμαι η Απομυθοποίηση!". Σου κλείνει το μάτι και φεύγει με ενθουσιασμό (τον δικό της), αφήνοντάς σε να μετράς τις στιγμές.

Βαθιά ανάσα. Βάζεις μπρος, δίνεις γκάζι και κόβεις το νήμα με θλίψη (την δική σου).


Κυριακή, 6 Οκτωβρίου 2013

φθθθ




Φθινόπωρο (ναί, αυτή η εποχή που πιστεύαμε πως δε θα ξαναδούμε). Κάποτε το περίμενα πως και τι. Ερωτευμένη βλέπεις με τα χρώματά του, τις μυρωδιές του, την ελαφριά μελαγχολία του που χάιδευε το ρομαντικό κι ονειροπόλο κομμάτι του εαυτού μου. Μέχρι που αφομοιώθηκε απ'τον χειμώνα - και συνήθισα την απουσία του, έδιωξα από μέσα μου τα γκρίζα του υπολείμματα, βρήκα άλλα χρώματα κι άλλες μυρωδιές να αγαπήσω. 
Φθινοπώριασε....ξανά. Διάχυτες οι μυρωδιές του....διάχυτη κι η μελαγχολία του. Μα δεν τη θέλω πια! Όχι τώρα που είναι όλα ρευστά, και δύσκολα, και δύσβατα, και τόσο αγέλαστα κι ανασφαλή. Πουτάνα ανασφάλεια, σε είχα γειώσει και πάλι εδώ γυρνάς. Και φέρνεις μαζί σου όλα τα πρέπει - να, μην - και τα γιατί.

Γιατί φθινοπώριασε...κι η μελαγχόλα είναι μπίττερ μα όχι σουίτ.
Ξέρεις γιατί...

Τετάρτη, 11 Σεπτεμβρίου 2013

αγάπη ρε

Κάστρο Μύρινας, Λήμνος

Σου συμβαίνει κι εσένα να ξυπνάς το πρωί μ'ένα τραγούδι καρφωμένο στο μυαλό; Μια εικόνα; Μια φράση; Μια αίσθηση; Κάτι ρε παιδί μου....Ε, σήμερα ξύπνησα με την αίσθηση του Λημνιώτικου αέρα να μου μαστιγώνει τα μάγουλα (αναμνήσεις διακοπών ετσετερά-ετσετερά), ενώ στο πίσω μέρος του εγκεφάχαχαχα (sic) βαρούσε το Down under (κλικ) των Men at work κι αντηχούσε η φράση "Ντάξει, εσύ ζείς στον δικό σου κόσμο". Δεν είναι η πρώτη φορά που μου το λένε αυτό. Και δεν είναι η πρώτη φορά που απαντώ "στ'αρχίδια μου". Γιατί βλέπεις...ο δικός μου κόσμος δεν είναι φτιαγμένος από δήθεν - μάπα υλικό, να το αποφεύγεις. Είναι φτιαγμένος από χρώματα. Μαύρος κάποτε πέρα ως πέρα, άρχισε να ξανοίγει και να παίζει μουτζούρη με αποχρώσεις του τυρκουάζ και όχι μόνο. Δελτία ειδήσεων δεν υπάρχουν. Μόνο βόλτες στο πάρκο και στα σοκάκια, εκεί που συναντάς κάθε μέρα παππούδια χυμένα στα παγκάκια, βουβά και βουρκωμένα. Σ'αυτόν τον κόσμο δεν τα προσπερνάς - κάθεσαι δίπλα τους, τους πιάνεις το χέρι, σκας ένα χαμόγελο και μ'ένα νεύμα σου, αδειάζουν τον πόνο που επιμελώς έμαθαν να σφαλίζουν στην ψυχή τους. Γιατί στον κόσμο αυτό, η "καλημέρα" βγαίνει αβίαστα - κι ας είναι γεμάτη σκατά και πίσσα και πούπουλα ελέφαντα (σουρεάλ στη νιοστή) - πες την τη γαμημένη. Ίσως κάποιος την "αρπάξει" και τη σφαλίσει στη χούφτα του, σα φυλαχτό έτοιμο να ξορκίσει την όποια μαυρίλα. Α, ναί...στον κόσμο αυτό δε χωράνε παρτάκηδες. Τρώνε πόρτα στη μούρη και κλωτσά στη βουβωνική. Ξέρεις....απ'αυτές που στον δικό σου κόσμο, κάφροι απύθμενης βλακείας ρίχνουν στα αδέσποτα. Απ'τις ίδιες που, νοητά ή ανόητα, εξαπολύουν στον γείτονα, στην κατσίκα του, στον φράχτη και σ'όποιον ή ότι τολμά να διαταράξει τη μαλακία που τους διακατέχει. Τα κόμπλεξ σας και σ'άλλη παραλία - αφήστε με  στον δικό μου κόσμο, να παλεύω με τους προσωπικούς μου δαίμονες και να δίνω αξία σε αυτά που συντηρούν το χαμόγελο στα χείλη μου. 


Ντάξει, δε θα πω μεγάλα λόγια - αλλά άναψε ξανά η φωτεινή ένδειξη "blogging" και λέω να πάω να πάρω έξτρα λυχνίες. 

Πι-ες : Σ'ευχαριστώ που μ'έκανες να κλάψω...σα ν'αναπνέω καλύτερα τώρα.




Τρίτη, 7 Μαΐου 2013

on the road again


Ήθελα να γράψω για το φετινό Πάσχα. Μετά σκέφτηκα ότι δεν κατάλαβα Πάσχα φέτος - αν εξαιρέσεις τη χιλιοπαιγμένη (αριστούργημα, οκ, παίξτε και τίποτε άλλο όμως) υπερπαραγωγή του Zeffirelli, τον "ρούφα χοληστερίνη" οβελία, τα "ρούφα κι άλλη χοληστερίνη μαλάκα"  ματωβαμμένα αυγά και τα "εγώ τον έχω μεγαλύτερο" βεγγαλικά, το βράδυ της Ανάστασης. Ντάξει, κι ο αριστερός ψάλτης που σ'έκανε να κλαίς χωρίς λόγο. Αλλά η γλυκειά μου φαβούλα, μου συνέστησε αυτό το εξαιρετικό κείμενο, που ήρθε να μου θυμίσει το πόσο πολύτιμη τελικά μπορεί να εξελιχθεί η βιωματική κατάθλιψη, όσο οξύμωρο κι αν σου ακούγεται αυτό.

Αν το καλοσκεφτείς θα διαπιστώσεις ότι πράγματι, η κατάθλιψη μπορεί να σου βγεί σε καλό, αρκεί να βρείς το κουμπί της και να την διαχειριστείς καταλλήλως - μη επιτρέποντάς της να σε "διαχειριστεί" εκείνη. Και δε σου μιλάω μόνο για τα ξεκαθαρίσματα που κάνεις μέσα σου και γύρω σου. Σου μιλάω πρωτίστως για τα όσα αποκομίζεις στα πλαίσια της εν τω βάθει αναγέννησης.

Προσωπικά, το αποκαλώ ωρίμανση. Και στο λέω εγώ που ένα χρόνο πριν, κλεισμένη στην επιμελώς ημιδιάφανη φουσκίτσα μου κι αποκομμένη από την όποια πραγματικότητα, έστρωνα κώλο στην κρεβατάρα μου σκοτώνοντας ζόμπυ στο playstation. Κι ως ωρίμανση, δεν εννοώ απαραίτητα το ότι σηκώθηκα από την κρεβατάρα μου κι έστειλα τα ζόμπυ σε άλλο γαλαξία. Αλλά κυρίως, πως - παρότι γνήσιο κωλόψαρο με τα συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα να τσακίζουν κόκκαλα και το σπαραξικάρδιο κλαψομούνιασμα να καραδοκεί - είμαι πλέον σε θέση να λειτουργώ με βάση τόσο το συναίσθημα, όσο και με τη λογική. Και, πίστεψέ με, δεν είναι εύκολο - ως γνήσιο κωλόψαρο κλπ κλπ - αλλά είναι εφικτό. Ο δρόμος είναι μακρύς, ίσως κακοτράχαλος και με πολλά εμπόδια.Αλλά, όσο περνά ο καιρός, ο διαχωρισμός γίνεται ακόμη πιό εύκολος.

Όλα είναι θέμα επιλογών. Επιλέγω να λειτουργώ με βάση τη λογική, επιλέγω να λειτουργώ με βάση το συναίσθημα, ή απλά, μαθαίνω να τα διαχειρίζομαι κρατώντας τις ισορροπίες που έχω θέσει, ανακτώντας τη χαμένη μου αυτοπεποίθηση και βλέποντας μέρα με τη μέρα την αγάπη για τον εαυτό μου να μεγαλώνει. Να, όπως τώρα. Bloggάρω, κι έχω τόσα να γράψω ακόμη, αλλά ο σκύλος μου μου γλύφει τις πατούσες σα να λέει "έι! είμαι κι εγώ εδώ...". Σόρρυ, αλλά το συναίσθημα υπερτερεί... ;)

 

Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

moments







Στιγμές. Αστείες, θλιβερές, όμορφες, ιδιαίτερες, πολύπλοκες, ανισόρροπες, "δυνατές", αδιάφορες...Όλα τά'χει ο μπαξές. Τις μαζεύω, τις αποθηκεύω, τις κατηγοριοποιώ, τις επεξεργάζομαι, τις "σβήνω" ή τις φυλάσσω σαν κόρη οφθαλμού. 

Βγαίνω τις προάλλες στο μπαλκόνι για ένα τσιγαράκι. Στο απέναντι πεζοδρόμιο είναι ένας κυριούλης με το μπουζουκάκι του. Κερνά πενιές αριστοτεχνικά. Οι περισσότεροι τον προσπερνούν - μερικοί σταματούν κι αφήνουν τον οβολό τους. Τους ευχαριστεί μ'ένα νεύμα που στάζει ευγνωμοσύνη. Κι απόγνωση.

Πολλά μεσημέρια, φεύγοντας απ'τη δουλειά, περνάω μπροστά από μια συγκεκριμένη τράπεζα - επίτηδες πολλές φορές. Εκεί συχνάζει μια γιαγιά, που το σκαμμένο της πρόσωπο αναδύει μια γλύκα σπάνια - και πόνο, που φευ! είναι τόσο εκνευριστικά συνηθισμένος στις μέρες μας. Της είχα πιάσει την κουβέντα μια φορά. Η ιστορία της γεμάτη πίκρα και μαυρίλα - καθόλου πρωτότυπο. Είναι αληθινή ή παραφουσκωμένη; Δε με νοιάζει διόλου. Βγάζω απ'την τσέπη μου ό,τι μπορώ και της το δίνω. Με λούζει με ευχολόγια. Δε δίνω σημασία - κοιτάζω μόνο τα μάτια της που βουρκώνουν και σπινθηροβολούν για μια στιγμή που μοιάζει να διαρκεί αιώνες. Αυτή κι αν είναι στιγμή...

Είμαι στη στάση και περιμένω το λεωφορείο. Με προσπερνά ένας νεαρός - γύρω στα είκοσι τον κόβω. Κρατά μια σακούλα και σταματά λίγα μέτρα πιό πέρα. Τον ακολουθούν δύο απ'τα γνωστά αδέσποτα της περιοχής. Ανοίγει την σακούλα και αδειάζει σ'ένα πλαστικό μπωλ φαγάκι. Τα αδεσποτάκια ορμάνε με τις ουρές τους να κόβουν κύκλους χαράς. Ο νεαρός βγάζει άλλο ένα πλαστικό μπωλ απ'τη σάκα του, και το γεμίζει δροσερό νερό απ'την παρακείμενη βρύση. Το αποθέτει δίπλα στο άλλο, περιμένει υπομονετικά να τελειώσουν το φαγοπότι, μαζεύει τα μπωλ, χαϊδεύει τα δύο σκυλιά, που τον γεμίζουν αγκαλιές και φιλιά, και φεύγει μ'ένα χαμόγελο πιό πλατύ κι απ'του Τζόκερ. Το οικειοποιούμαι και δακρύζω σιωπηλά.

Πρωί, στη δουλειά. Πίνω δυο γουλιές καφέ μπας κι ανοίξει το μάτι, έχοντας φορέσει το χαμόγελο της καλής υπαλλήλου. Χτυπά το κουδούνι και μπαίνουν ταυτόχρονα δυο κυρίες. Η πρώτη, απλή, χαμογελαστή, με καλημερίζει σχεδόν τραγουδιστά - κι ας (ξέρω ότι) περνά δύσκολα. Η δεύτερη, καλοβαλμένη, με το μαλλί τίγκα στη λακ και την πέρλα να βγάζει μάτι, φτύνει μια σχεδόν απειλητική καλημέρα και παραγκωνίζοντας την πρώτη κυρία, "απαιτεί" να την εξυπηρετήσω άμεσα. Τουτέστιν, "στ'αρχίδια μου αν είσαι απασχολημένη με κάτι άλλο, είσαι υποχρεωμένη να τσακιστείς και να κάνεις τη δουλειά σου". Την ξέρω - την έχω πετύχει στην υπηρεσία της, όπου με επιδεικτική αδιαφορία μου γάμησε τα πρέκια μέχρι να μου δώσει ένα γαμημένο κωλόχαρτο. Ρίχνω ένα απολογητικό βλέμμα στην πρώτη, η οποία με τη σειρά της μου κλείνει το μάτι σε στυλ "δεν πειράζει...θα περιμένω", φουντώνοντας μέσα μου την επιθυμία να αρπάξω την κυράτσω απ'το μαλλί και να της χώσω μια ξανάστροφη, μπας και ταρακουνηθεί ο σαθρός της εγκέφαλος. Πνίγω την επιθυμία στο χαμόγελο της καλής υπαλλήλου και την εξυπηρετώ, για να φύγει τάχιστα χωρίς αιματοχυσίες. Με το που ξεκουμπίζεται, κοιταζόμαστε με την εναπομείνουσα και μοιραζόμαστε ένα χαμόγελο που τα λέει όλα. Οι λέξεις περιττεύουν.

Α, ναί. Είναι κι αυτές οι στιγμές που η αξία τους είναι ανεκτίμητη. Που φωλιάζουν σε μια ξεχωριστή γωνίτσα και προσδιορίζουν το είναι σου, το παρόν και το μέλλον.

Οι ιστορίες της γιαγιάς. 86 γεμάτα χρόνια, συμπυκωμένα σε λέξεις, χορταστικές αφηγήσεις, με ανάμικτα συναισθήματα, και εικόνες που ανοίγουν μαγικά μπροστά στα μάτια σου.

Οι δημιουργικές στιγμές. Γεμάτες μεράκι, και ανάγκη εξωτερίκευσης, και χρώμα, και γεύσεις, και θέληση για διαρκή εξέλιξη, και λάθη που με υπομονή διορθώνεις. 

Και οι ανάσες. Αυτές οι ανάσες που χρόνια έψαχνα και πάλευα να έχω....και πλέον δίνω μια και γεμίζουν τα πνεμόνια μου. Και την ρουφάω τη ζωή - ξανά και λαίμαργα, γιατί όσο κι αν το θεωρείς κλισέ, είναι μικρή η μπάσταρδη.

Κι αυτό το βλέμμα το ζεστό...που λέει τόσα κι άλλα τόσα κρύβει. Κι ανείπωτα να μείνουν, είναι βαθιά χαραγμένα μέσα στην ίριδα - κι εκεί θα μείνουν θες δε θες.

Σ'αφήνω τώρα. Πάω να χτυπήσω ένα ντεπόνι και να κουκουλωθώ, γιατί ήρθε η Άνοιξη κι επίσημα, ο ήλιος λούζει και την πιό σκοτεινή γωνιά με τις ζεστές του αχτίδες, η φύση μοσχοβολά κι εγώ πνίγομαι στις μύξες μου - μπάσταρδε ανάδρομε. 

Πι-ες : ένας-ένας οι φούρνοι πέφτουν σαν τα κοτόπουλα. Ντάξει, το δικό μου παραμύθι τό'χουμε ζήσει ουκ ολίγες φορές, αλλά αυτή η επιστροφή κερδίζει επάξια παράσημο. Φαβούλα ιζ μπακ πίπολ! Ουρέι!  
 

Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2012

breathe






 Άλλοι πνίγουν το κουνέλι (sic). Άλλοι πνίγουν τον πόνο τους στο πιοτό. Εγώ το πνίγω γενικότερα. Το πνίγω και με πνίγει. Ψάχνω ανάσες - κυριολεκτικά και μεταφορικά. Στό'χα αναλύσει και παλιότερα - θα σου το έδειχνα αλλά έκανα μαλακία κι έσβησα το παλιό μπλογκ - τό'πνιξα στη γούρνα του ιντερνέτι. Το κατάλαβες ότι ο "πνιγμός" είναι το θέμα μας ή όχι ακόμα; Να στο κάνω πιό λιανά λοιπόν με μια φράση : διαταραχή πανικού. Θες να μάθεις τί είναι αυτό; Δεν θέλεις, πίστεψέ με. Δεν θες να ξέρεις πώς είναι να φοβάσαι τον φόβο τον ίδιο. Δεν θες να ξέρεις πώς είναι να βουλιάζεις σ'έναν κυκεώνα επαναλαμβανόμενων σκέψεων που μουδιάζουν σώμα και ψυχή. Δεν θες να ξέρεις πώς είναι να χάνεις στιγμές, ανθρώπους, τη ζωή την ίδια, από κάτι που παλεύεις να ελέγξεις αλλά δεν μπορείς. Να θες να πας να δείς την αδερφή σου στο θέατρο και να μην τολμάς να βγείς από το σπίτι. Να θες να πας σινεμά, για καφέ, μια εκδρομή, μια βόλτα με το αίσθημα και να μην μπορείς να σηκώσεις τον κώλο σου απ'το κρεβάτι. Και ξέρεις τί το κάνει πιό δύσκολο; Το να σου λένε κάποιοι πως μπορείς να το παλέψεις μόνη σου. Πως είσαι δυνατή, πως δε χρειάζεσαι θεραπείες και φάρμακα, πως όλα είναι στο μυαλό σου και βάλτο κάτω και άλλαξτου τα φώτα και η ζωή είναι ωραία και τα πουλάκια κελαηδάνε και δε σου έλειψε τίποτα και δε νοείται εσύ να έχεις τέτοιο πρόβλημα γιατί δεν είναι καν πρόβλημα και ο κόσμος έχει αληθινά προβλήματα και σύνελθε και άσε τα χαζά και μη μας ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΕΙΣ- και άντε γαμηθείτε λέω εγώ. Όχι, δεν είμαι δυνατή. Κι αν αυτό σας απογοητεύει, ω, γουέλ...κανείς δεν είναι τέλειος. Και σίγουρα ούτε κι εγώ. Ποτέ δεν ήμουν, ποτέ δε θα είμαι. Μόνο που θέλω να γίνω πάλι όπως ήμουν, πριν μπεί στη ζωή μου αυτό το γαμήδι. Είπες κάτι; Σε νοιάζει τί θα πεί ο κόσμος; Να σου πω εγώ για τον κόσμο. Στο μουνί του σ'έχει γραμμένο. Το μόνο που θέλει από σένα ο "κόσμος" είναι να βλέπει τα χάλια σου, να μυρίζει τα σκατά σου, να σχολιάζει την καμπούρα σου, αγνοώντας επιδεικτικά τη σαπίλα που κουβαλά. Και βάλτο επιτέλους καλά στο μυαλό σου : αν θες να ζήσεις ευτυχισμένος δίχως να γαμάς τον εαυτό σου και τους γύρω σου, πρέπει να αποτινάξεις από πάνω σου την έγνοια του κόσμου.

Και να σου πω και το άλλο. Ξέρεις ποιό είναι το καλό σ'αυτή την υπόθεση; Πως ξεχωρίζουν στη ζωή σου οι άνθρωποι που σ'αγαπάνε πραγματικά. Που σε γουστάρουν γι'αυτό που είσαι, κι ας μην είσαι όπως θά'θελες να είσαι ή όπως αυτοί θά'θελαν να είσαι - αλλά θα έρθει κι αυτή η στιγμή και τότε να δείς γούστα. Που σε νοιάζονται, κι ας μην μπορούν να βοηθήσουν έμπρακτα. Ξέρεις ότι είναι εκεί και πως θα είναι δίπλα σου ανά πάσα στιγμή, καμιά φορά χωρίς να το ζητήσεις. Κι είναι κι οι άλλοι που δεν αντέχουν αυτόν σου τον εαυτό και απομακρύνονται. Και καλά κάνουν στην τελική. Δεν είναι κι εύκολο να έχεις τα σκατά σου και να σου φορτώνουν κι άλλα σκατά και να μην μπορείς να διαχειριστείς ούτε τα μεν ούτε τα δε. Και καμιά φορά κάνεις την καρδιά σου πέτρα και τους απομακρύνεις πριν κάνουν καν την κίνηση. Γιατί τους αγαπάς - ίσως περισσότερο απ'όσο πρέπει. Ή ακόμη, λιγότερο απ'όσο τους αξίζει. Κι έτσι λοιπόν, μένεις μ'αυτούς που αντέχουν ακόμα. Κι η ζωή συνεχίζεται.

Θα μπορούσα να γράφω με τις ώρες. Το κλείνω εδώ - ούτως ή άλλως θα τα λέμε συχνότερα πλέον. Υπαίτιος αυτού του ποστ είναι η Βάσσια. Η γλυκειά μου Βάσσια που μπήκε στη ζωή μου με τις όμορφες δημιουργίες της (κλικ στο δημιουργίες ντε) και εξελίσσεται σταδιακά σε κάτι άλλο, που πλησιάζει τον όρο "αδελφή ψυχή". Και την ευχαριστώ για όλα (ξέρεις εσύ). Κι επειδή υπήρξε και φίρμα μπλογκερού (ξεκινώ να δίνω στεγνά...), προειδοποίησα για στρώσιμο χαλιού. Το χαλί λοιπόν εστρώθη, το γλυκό του κουταλιού έχει ήδη σερβιριστεί κι ο λαός σου απαιτεί το καμπάκ πάραυτα. Σε φιλώ.

Ακούμε ΔΥΝΑΤΑ και νοιώθουμε στίχο-στίχο, το Madness των Muse. 



Κυριακή, 4 Νοεμβρίου 2012

Καπάου


Στο "Νόημα της ζωής" κατά Monty Python, o κος Creosote αφού τρώει τον άμπακο και ξερνά τον Βόσπορο, εκρήγνυται  εντυπωσιακά σκορπώντας τα σωθικά του στους θαμώνες του εστιατορίου - αν ΔΕΝ το έχεις δεί πάτα εδώ, αφού πρώτα αυτομαστιγωθείς 25 φορές και μάθεις απ'έξω στίχο-στίχο αυτό. Στον μικρόκοσμό μου είμαι ένα βήμα πριν την μέντα και το επακόλουθο - τί ποιά μέντα;...αυτοχαστουκίσου 30 φορές γιατί πήδηξες επιδεικτικά το βίντεο.

Εκ των υστέρων η προειδοποίηση : η συνοχή αγνοείται. 


Αυτό που λες. Τρως, τρως, τρως ό,τι μαλακία σου σερβίρουν γιατί δεν έχεις τ'αρχίδια να πείς "φτάνει φίλε, χόρτασα" και φουσκώνεις, φουσκώνεις, φουσκώνεις...και ξες, όλο αυτό κάπου θα χτυπήσει. Κάπου θα βρεί μια τρυπούλα να ξεμυτίσει και να σου γαμήσει την καλημέρα. Κι όλο χώνεσαι στον μικρόκοσμό σου γιατί η πραγματικότητα σε ζαλίζει, σε αποσυντονίζει, σε στέλνει στο διάολο και καλά να έχεις παρέα...όταν είσαι μόνος, εκεί να δείς γαμήσι. Σε πυρακτωμένο καζάνι με μπούκοβο, ταμπάσκο και ρεντ χοτ τσίλι πέππερ (χάου λόνγκ-χάου λονγκ...).


Κι είναι κι αυτοί οι άλλοι...που σηκώνουν το πόδι και σου ρίχνουν ένα κατούρημα και σε μαρκάρουν. Σε ποτίζουν με το οξύ τους και σε δηλώνουν κτήμα τους. Σε ρίχνουν σε μια γωνιά να ζέχνεις αμφιβολία κι απελπισία κι απογοήτευση κι ανασφάλεια του κερατά κι εξαφανίζονται....μέχρι να ξημερώσει η μέρα που, σαν άλλοι Jack Torrance ( The shining - King, Kubrick, Nicholson, ο σωστός σινεφίλ το έχει δεί τουλάχιστον πέντε φορές για να το γουστάρει) σου φτύνουν ένα "Wendy, i'm home!" και σε κυνηγούν με το τσεκούρι για να κόψουν ένα ακόμη κομμάτι απ'το είναι σου, προτού φύγουν ξανά.


Αυτό. Μην την ψάχνεις τη δουλειά παραπέρα - πιό βάθος τερμάτισες. Ψάχνεις στιγμές για να σου βγεί το χαμόγελο και να το αρπάξεις, πριν το καταπιεί η μαυρίλα. Πριν λίγες μέρες στη δουλειά, εκεί που καθόμουν άκουσα μια μελωδία να προσπαθεί να καβαλήσει τους ήχους του τσιμέντου της μουντίλας και του πεζοδρομίου - βγήκα στο μπαλκόνι κι αντίκρυσα δυό παλικαράκια, που μ'ένα φλάουτο (ω,ναί...πόσο όμορφο ηχητικά, μα τον Τουτατή...) κι ένα ακορντεόν σκορπούσαν απλόχερα νότες πολύχρωμες, γεμάτες αγάπη, και ήλιο, και καλοσύνη κι αισιοδοξία. Ναί ρε φίλε. Αισιοδοξία. Πόσο πολύτιμη ήταν τούτη η στιγμή. Και την κρατώ σα φυλαχτό απ'την ώρα εκείνη. Και λίγο-λίγο την αφήνω να σκουπίζει το οξύ από το δέρμα. 


Αυτό. Δυνατά. Μέχρι να γίνουν οι χτύποι στιγμή.


Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2012

Μάσκινγκ




Με ρώτησες πώς μπορώ να χαμογελάω συνέχεια. Δεν είναι δύσκολο, σου απάντησα...Πάρε νερό και πηλό. Φτιάξε το καλούπι. Χάραξε ένα βαθύ χαμόγελο - τράβα και τα ματάκια λίγο απ'τις άκρες, να του κάνουν παρέα. Μην ξεχάσεις τις ρυτίδες έκφρασης - προσδίδουν μια αληθοφάνεια στο αποτέλεσμα - και ιδού : έχεις την τέλεια μάσκα ευτυχίας. Καλοφόρετη.

Στο επόμενο επεισόδιο θα σου μιλήσω γι'αυτά τα έξυπνα τρικ που κάνουν τη φωνή σου να αποπνέει σιγουρίλα, αισιοδοξίλα και "καλά είμαι, μανίτσα, όλα βαίνουν καλώς, είμαι ευτυχεσμένη σε λέω!".

Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

πίου



Αν περίμενες ποστ για εκλογές, σφαλιάρες, "καλύτερα να σου βγεί το μάτι παρά τ'όνομα", δντ, γιούρο κλπ, πέρνα σε καμιά βδομάδα, μήνα, όταν. Επίσης, αν περίμενες σοβαρό τίτλο, ατύχησες εις διπλούν. Το σύστημα έχει πάθει υπερφόρτωση και θέλει λάιτ πράγματα μέχρι βλακείας και οξείας αηδίας, προτού βαρέσει μπιέλα. Ευχαριστώ.

Που λες, μού'φερε το αδέρφι δώρο στα γενέθλιά μου το "Ο Πόλεμος της Τέχνης", του Steven Pressfield (τον οποίο αγαπώ πολύ μετά τις "Πύλες της Φωτιάς").  Στο εισαγωγικό σημείωμα ο Robert McKee (νάν' καλά η γουίκι...) γράφει : "Ο Στίβεν Πρέσσφιλντ έγραψε τον Πόλεμο της τέχνης για μένα. Αναμφίβολα τον έγραψε και για εσάς επίσης, αλλά ξέρω ότι το έκανε σαφώς για μένα μια που κατέχω ολυμπιακά ρεκόρ στο θέμα της αναβλητικότητας.". Καταρχήν, κάποιος να ενημερώσει τον κύριο ότι το βιβλίο αυτό γράφτηκε για ΜΕΝΑ. Ολυμπιακά ρεκόρ και μάντολες...εδώ σου λέω μου το πήρε στα γενέθλιά μου, τον Φλεβάρη, κι έχουμε Ιούνη. Επίσης, στο λήμα αναβλητικότητα πρέπει να μπεί φωτό μου ασάπ, ως η επιτομή αυτής προσωποποιημένη. 
Παύση. Τέστ. σ. σσσ. Είχε κολλήσει το σ προς στιγμήν. Θηρίο αυτό το λαπτοπάκι....φτού σου καμάρι μου. σσσσσ - αυτά είναι. Άξιο!
......
Έχει ζέστη, στό'πα; Αισθάνομαι έναν-έναν τους λαμπτήρες στον εγκέφαλο να καίγονται. Χώνω τα πόδια στην μπανιέρα για ένα αρκτικό ποδόλουτρο και πιάνει το αυτί μου ένα ανεπαίθητο τσσσσσσσσ, καθώς το παγωμένο νεράκι προσγειώνεται στην καυτή πατούσα μου. Ούφ...
Τί λέγαμε; Για τον Pressfield και την αναβλητικότητα. "Οι περισσότεροι από μας έχουμε δυο ζωές. Τη μία, που τη ζούμε, και την άλλη, που υπάρχει μέσα μας και δεν τη ζούμε. ". 
Κατάλαβες;
Cap λέμε, γαμώ το κέρατό μου! Cap και στο διάολο τα πρέπει και τα μη. Αυτά.
Εγώ τώρα πάω να διαβάσω το υπόλοιπο, γιατί ήδη το ανέβαλλα αρκετή ώρα και δε μ 'αρέσει πια αυτό το ρήμα λέμε.
Εσύ, άνοιξε το γιουτιούμπι, γράψε The Temper Trap και Rabbit Hole και άκουσέ το δυνατά.
Σί για. 


Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

Μόρνινγκ


Πρωϊνό ξύπνημα : μαλλί αλά Γούλβεριν και τσίμπλα ως το μάγουλο. Το προσωπικό μου ξυπνητήρι-γούφ σε απόσταση αναπνοής από τη μούρη μου, κουνάει ουρά κι ετοιμάζεται να με γλύψει πατώκορφα. Τα σκεπάσματα με κρατούν επιμελώς καθηλωμένη ενώ ο πόνος, εκτελεί χρέη μεσαιωνικών βασανιστηρίων - φρίκιν πίριοντ...Μετά πολλών προσπαθειών, κι ενώ το ξυπνητήρι-γούφ μ'έχει ενυδατώσει ικανοποιητικά για το υπόλοιπο της ημέρας, εγκαταλείπω το κρεβατάμπλ και πατάω έδαφος. Ανεπαίσθητη μεν, αντιληπτή δε, η μυρωδιά του φρέσκου καφέ φτάνει στο αριστερό μου ρουθούνι - το δεξί ήτο ακόμη μπουκωμένο. Κατευθύνομαι με αργόσυρτο βηματισμό και ύφος "μην του μιλάτε του παιδιού" στην κουζίνα και γεμίζω μια κούπα. Το ξυπνητήρι-γούφ τρέχει από πίσω και μου φέρνει την μπαλίτσα. Κάτσε βρε αγόριμ να ανοίξει το μάτι μου....όχι. Εκεί. Την μπαλίτσα. Δε σου φταίω εγώ κυρά μου που είσαι αδιάθετη....η μπαλίτσα είναι ιεροτελεστία. Μάιστα....Στό'να χέρι η μπαλίτσα, στ'άλλο χέρι το ντεπόν μάξιμουμ κι ο καφές κάπου στα χαμένα. Το αδέρφι έρχεται να σώσει την κατάσταση ενώ καταπίνω το ντεπόν με δυσκολία (κάτι σε γεύση κεράσι, ίσως;) κι επιστρέφω στην καφεποσία. Και κάπου εκεί, σκάει μπρος στα μάτια μου, καρέ-καρέ, το όνειρο που με παίδεψε απόψε. Καταρχήν, ποτέ δεν είδα ένα απλό όνειρο...τα όνειρά μου είναι υπερπαραγωγές. Κάτι μεταξύ χολυγουντιανών μπλοκμπάστερς και κουλτούρας να φύγουμε. Το αποψινό, είχε κάτι απ'όλα...με αποκορύφωμα την έκλειψη ηλίου. Θυμάμαι ακόμη τα κυρίαρχα συναισθήματα στη θέα της....έκπληξη, άγχος, φόβος...κι όλα εξανεμίστηκαν όταν πλησίασε και μ'αγκάλιασε. Μπήκα στο νέτι να το ψάξω και βρήκα αυτό :
"Αν ονειρευτούμε ότι βλέπουμε την έκλειψη ηλίου σημαίνει αμφιβολία για τον εαυτό μας και φόβους ότι δεν θα καταφέρουμε να πετύχουμε τους στόχους μας. Υποτιμάμε τις ικανότητές μας και χάνουμε την αυτοπεποίθησή μας. Μπορεί να περνάμε δύσκολες στιγμές και να είμαστε ανίκανοι να παραμείνουμε αισιόδοξοι. ".

Πιστεύω στα όνειρα. Κι ήρθε αυτή η έκλειψη να μου το υπενθυμίσει..